ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ


 

Αναπτυξιακή Διαταραχή Λόγου ή Ειδική Γλωσσική Διαταραχή

Ο όρος αναφέρεται στις διαταραχές του λεξιλογίου και της γραμματικής. Είναι από τις συχνότερες διαταραχές της ανάπτυξης και παρατηρούνται μεμονωμένα ή σε συνδυασμό μεταξύ τους. Διακρίνονται διαφορετικές μορφές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από λόγο που υπολείπεται σημαντικά σε σχέση με την ηλικία και το νοητικό επίπεδο του παιδιού, με αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική και ακαδημαϊκή λειτουργικότητα του παιδιού. Η διάγνωση στηρίζεται στην αξιολόγηση με σταθμισμένες, ατομικά χορηγούμενες δοκιμασίες και διακρίνονται δύο είδη της αναπτυξιακής διαταραχής λόγου:

Α. Αναπτυξιακή Διαταραχή Λόγου Εκφραστικού τύπου

Χαρακτηρίζεται από περιοσμένο λόγο και φτωχό λεξιλόγιο, δυσκολία στην κατάκτηση νέων λέξεων, προβλήματα στην ανάκληση λέξεων, μικρές προτάσεις με απλή γραμματική δομή, περιορισμένη χρήση ερωτήσεων ή άλλου τύπου προτάσεων, παραλείψεις των κυρίαρχων στοιχείων της πρότασης και αργό ρυθμό ομιλίας. Οι δυσκολίες αυτές παρεμποδίζουν την ακαδημαϊκή ή επαγγελματική απόδοση και την κοινωνική επικοινωνία του παιδιού.

Υπολογίζεται ότι 50% των παιδιών με την διαταραχή αποκτούν φυσιολογικό λόγο καθώς μεγαλώνουν. Τα υπόλοιπα παιδιά συνεχίζουν να έχουν κάποιες δυσκολίες, σε συνδυασμό με δυσκολίες μάθησης ή ψυχιατρικές διαταραχές.

Β. Μικτή διαταραχή, Αντιληπτικού και Εκφραστικού τύπου

Χαρακτηρίζεται από δυσκολίες έκφρασης, όπως εκδηλώνονται στη διαταραχή λόγου εκφραστικού τύπου και δυσκολίες κατανόησης λέξεων, προτάσεων ή δυσκολίες συζήτησης, σε σχέση με το αναμενόμενο για την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο. Η σοβαρότητα των δυσκολιών αυτών ποικίλλει. Το παιδί μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι δεν ακούει, δεν προσέχει ή μπερδεύεται, και οι δεξιότητες συζήτησης είναι, συνήθως, περιορισμένες ή ακατάλληλες. Μπορεί να συνυπάρχουν διαταραχές στην επεξεργασία των αισθητηριακών ερεθισμάτων, κυρίως των ακουστικών, φωνολογική διαταραχή, δυσκολίες μάθησης και δυσκολίες μνήμης.

Τα παιδιά με τη διαταραχή παρουσιάζουν αργή εξέλιξη στο λόγο. Ποσοστό 25% περίπου των παιδιών παρουσιάζει σχετικά αργή βελτίωση, ενώ σε αντίστοιχο ποσοστό παρατηρούνται περισσότερα προβλήματα αργότερα, σε σύγκριση με την αρχική κλινική εικόνα. Τα παιδιά αυτά υστερούν σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους. Ο κίνδυνος εκδήλωσης διαταραχών μάθησης και ψυχιατρικών προβλημάτων είναι υψηλότερος, σε σύκριση με τη διαταραχή λόγου εκφραστικού τύπου.

Φωνολογική διαταραχή

Η φωνολογκή διαταραχή χαρακτηρίζεται από διαταραχές στην άρθρωση και στη διάκριση των φωνημάτων του λόγου. Η τυπική μορφή – καθυστέρηση ομιλίας – χαρακτηρίζεται από καθυστέρηση στην παραγωγή των ανάλογων της ηλικίας φωνημάτων, ή από φωνολογικά λάθη, που είναι χαρακτηριστικά παιδιών μικρότερης ηλικίας. Η καθυστέρηση ομιλίας αποκαθίσταται, συνήθως, στον 6οχρόνο ζωής, ενώ σε μερικές περιπτώσεις αποκαθίσταται αργότερα, στον 9ο χρόνο, περίπου.

Η διαταραχή είναι συχνή στα μέλη της ίδιας οικογένειας και μπορεί να συνοδεύεται από αναπτυξιακή διαταραχή λόγου, εκφραστικού ή αντιληπτικού και εκφραστικού τύπου. Οι μεταγλωσσικές δεξιότητες και η γνώση των κανόνων της γλώσσας υστερούν σε σχέση με το αναμενόμενο για την ηλικία, όπως και η φωνολογική ενημερότητα, η οποία έχει υψηλή συνάφεια με την επιτυχή κατάκτηση της ανάγνωσης. Το παιδί χρησιμοποιεί ανώριμα ή αποκλίνοντα πρότυπα ήχων, αν και δεν παρουσιάζει μορφολογικές ανωμαλίες, ενώ μερικά παιδιά παρουσιάζουν δυσκολίες στη διάκριση παραπλήσιων ήχων.

ΠΗΓΕΣ: Διαδίκτυο
Παπαγεωργίου Β.Α., (2005), Ψυχιατρική Παιδιών και Εφήβων, Εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη