ΔΙΑΧΥΤΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

ΔΙΑΧΥΤΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

Αυτισμός


Είναι ο κύριος εκπρόσωπος των διάχυτων αναπτυξιακών διαταραχών. Οι χαρακτηριστικές δυσκολίες στην αμοιβαία κοινωνική αλληλεπίδραση και στη δημιουργία σχέσης, η αποκλίνουσα λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία και η άκαμπτη σκέψη – φαντασία επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο, τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνει, τη συμπεριφορά, την προσαρμογή και την λειτουργικότητά του στην καθημερινή ζωή.

Η ύπαρξη αυτιστικής διαταραχής είναι πιθανή σε ένα μικρό παιδί, όταν παρατηρούνται τα ακόλουθα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά.

Έλλειψη ενδιαφέροντος για τα άλλα παιδιά. Το παιδί είναι μάλλον «μοναχικό» ή μπορεί να επιθυμεί να κάνει σχέση, αλλά φαίνεται ότι δεν ξέρει πώς να το κάνει. Μπορεί να του αρέσει να συμμετέχει σε έντονο κινητικό παιχνίδι.

Μπορεί να μην έχει ή να έχει αναπτύξει λόγο, τον οποίο δεν χρησιμοποιεί επικοινωνιακά, αν και μπορεί να έχει αρκετά καλό λεξιλόγιο. Μερικές φορές χρησιμοποιεί πολύπλοκο λόγο, που είναι «μαθημένος».

Το παιχνίδι είναι περιορισμένο, επαναληπτικό και δεν φαίνεται να οδηγεί πουθενά. Μπορεί να έχει ασυνήθιστα ενδιαφέροντα και εμμονές που κυριαρχούν. Μπορεί να εκδηλώνει υπερβολικό ενδιαφέρον για παιδικές ταινίες, το οποίο οι γονείς θεωρούν, συχνά, ως αιτία των δυσκολιών.

Φαίνεται ότι δεν μπορεί να κατανοήσει καταστάσεις και εμπειρίες, παρά την ικανότητά του να αποκτά γνώσεις και να θυμάται. Αδυνατεί να συσχετίσει τις πληροφορίες που προσλαμβάνει και να βγάλει νόημα.

Δεν μπορεί να συντονίσει την προσοχή του με την προσοχή των άλλων ή δεν αντιλαμβάνεται τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των άλλων. Το παιδί χαρακτηρίζεται ως παράξενο, με υπερβολικό πείσμα, και ο χειρισμός της συμπεριφοράς του μπορεί να είναι δύσκολος.

Μπορεί να εκδηλώνει υπερβολική προσκόλληση στον έναν γονέα, η οποία μπορεί να εκδηλώνεται μετά από μια περίοδο αδιαφορίας.

 

 

Σύνδρομο Asperger


 

 

Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει διαταραχές του φάσματος του αυτισμού σε άτομα ικανά νοητικά, με ευχέρεια λόγου. Πρόκειται για χρόνια, σοβαρή νευροαναπτυξιακή διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από ποιοτική απόκλιση στην αμοιβαία κοινωνική αλληλεπίδραση και στην επικοινωνία και από περιορισμένα ενδιαφέροντα, όπως η αυτιστική διαταραχή.

Τα κύρια κλινικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου Asperger είναι τα ακόλουθα:

  • Έλλειψη γνωστικής και συναισθηματικής αντιστοίχησης (empathy)
  • Αφελής, ακατάλληλη, μονόπλευρη αλληλεπίδραση
  • Περιορισμένη ικανότητα ή αδυναμία δημιουργίας φιλικών σχέσεων
  • Σχολαστικός, επαναληπτικός λόγος
  • Φτωχή μη λεκτική επικοινωνία
  • Έντονη απορρόφηση – ενασχόληση με συγκεκριμένα θέματα
  • Αδεξιότητα, φτωχός συντονισμός κινήσεων και παράξενη στάση σώματος

Τα παιδιά και οι έφηβοι με σύνδρομο Asperger παρουσιάζουν αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες στον κοινωνικό τομέα, που συνεχίζουν να υπάρχουν και στην ενήλικη ζωή. Αν και μερικά εκδηλώνουν ενδιαφέρον για αλληλεπίδραση με τους άλλους, παρουσιάζουν αδυναμία να εμπλακούν κατάλληλα σε παιχνίδι ή σε άλλου τύπου κοινωνική συνδιαλλαγή, ανάλογα με το αναμενόμενο για την ηλικία.

Οι κοινωνικές δυσκολίες αποδίδονται, κυρίως, στην ελλιπή κατανόηση των ανάλογων της ηλικίας κοινωνικών κανόνων, παρά σε μειωμένο ενδιαφέρον ή φόβο για τις κοινωνικές επαφές. Τα παιδιά χαρακτηρίζονται, συνήθως, ως παράξενα στην κοινωνική επαφή, άκαμπτα, εγωκεντρικά, με δυσκολίες κατανόησης των μη λεκτικών κοινωνικών συνθημάτων και με έλλειψη γνωστικής και συναισθηματικής αντιστοίχησης. Πολλά παιδιά χαρακτηρίζονται ως ευάλωτα συναισθηματικά, με υψηλά επίπεδα άγχους, το οποίο, συχνά, δεν γίνεται αντιληπτό, επειδή δεν εκφράζεται λεκτικά ή παραλεκτικά από τον τόνο της φωνής και την στάση τους σώματος. Αυτή η δυσκολία έκφρασης του άγχους οδηγεί σε ακατανόητα, για τους άλλους, ξεσπάσματα θυμού. Προβλήματα συμπεριφοράς, άγχος, κούραση, απώλεια αυτοελέγχου, εξαιτίας των δυσκολιών πρόβλεψης του αναμενόμενου και των συνεπειών των πράξεων, παρατηρούνται συχνά.

Ο λόγος εμφανίζεται στην αναμενόμενη ηλικία, αν και αναφέρεται ότι πολλά παιδιά παρουσιάζουν καθυστέρηση και πολλά άλλα παρουσιάζουν διαφορετικές δυσκολίες επικοινωνίας κατά την βρεφική και νηπιακή ηλικία. Τα παιδιά με σύνδρομο Asperger τείνουν να έχουν ευχέρεια λόγου στην ηλικία των 5 ετών, ακόμη και στις περιπτώσεις με πρώιμη καθυστέρηση, ακόμη κι αν ο λόγος είναι παράξενος ως προς τη χρήση για επικοινωνία.

Ο λόγος πολλών παιδιών και εφήβων χαρακτηρίζεται από σωστή γραμματική και συντακτική δομή και κατανοητή άρθρωση. Ωστόσο, οι πραγματολογικές δεξιότητες είναι φτωχές, με δυσκολίες χρήσης του λόγου στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Έτσι, ένα παιδί μπορεί να επαναλαμβάνει την ίδια φράση ξανά και ξανά, με υπερβολικές εναλλαγές χροιάς ή μονότονα, επιμένει να συζητά για ένα θέμα, που δεν ενδιαφέρει τους άλλους ή έχει δυσκολία να διατηρήσει μια συζήτηση εκτός και αν εστιάζεται σε ένα συγκεκριμένο θέμα του ενδιαφέροντός του. Ο σχολαστικός, ο τυπικός λόγος ή ο λόγος τύπου ενήλικα, μπορεί να κουράζουν περαιτέρω τους συνομηλίκους.

Οι δυσκολίες στον τομέα της παραλεκτικής επικοινωνίας είναι συχνές και εκδηλώνονται κατά την κοινωνική αλληλεπίδραση. Περιλαμβάνουν ακατάλληλη στάση σώματος και βλεμματική επαφή, ανέκφραστο πρόσωπο και αδυναμία κατανόησης ή χρήσης κατάλληλων χειρονομιών. Η κατανόηση περιγραφών ή αφηρημένων εννοιών είναι ελλιπής. Η κατανόηση και η χρήση μεταφορών λόγου, ιδιωματισμών, αλληγορικών εννοιών, ρητορικών ερωτήσεων και της πρόθεσης του άλλου υπολείπονται σε διαφορετικό βαθμό, ανάλογα με το άτομο. Επειδή τέτοιες συμβάσεις χρησιμοποιούνται από τους δασκάλους και τους συγγραφείς των σχολικών βιβλίων, δυσκολίες στους τομείς αυτούς μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη σχολική απόδοση του παιδιού.

Αν και πολλά παιδιά με σύνδρομο Asperger έχουν νοητικές δεξιότητες αντίστοιχες του μέσου όρου και φοιτούν σε σχολεία γενικής εκπαίδευσης, παρουσιάζουν συχνά δυσκολίες στη σχολική απόδοση. Οι δυσκολίες κοινωνικότητας και επικοινωνίας, σε συνδυασμό με τα περιορισμένα και επαναληπτικά ενδιαφέροντα, η συγκεκριμένη ποιότητα της σκέψης, οι φτωχές δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και οργάνωσης, οι δυσκολίες διάκρισης του σημαντικού ανάλογα με την περίσταση και η δυσκολία γενίκευσης των γνώσεων και των δεξιοτήτων, επηρεάζουν αρνητικά τη συμμετοχή των παιδιών στο αναλυτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, στην κατανόηση της ύλης και του τρόπου διδασκαλίας. Οι δάσκαλοι δεν αναγνωρίζουν, συνήθως, τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, επειδή δίνουν την εντύπωση ότι κατανοούν περισσότερα απ’ όσα κάνουν.

ΠΗΓΕΣ: Διαδίκτυο
Παπαγεωργίου Β.Α., (2005), Ψυχιατρική Παιδιών και Εφήβων, Εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη